Το Άουσβιτς, εκτός από ιστορικό μνημείο της ανθρώπινης θηριωδίας για την ανθρωπότητα, αποτέλεσε και ένα «φυτώριο» καλλιτεχνών και μάλιστα με τις «ευλογίες» των Ναζί.
Για τις ανάγκες των SS, οι Γερμανοί ενέκριναν τη σύσταση μουσικών συνόλων από τους αιχμαλώτους τους εβραίους, οι οποίοι καθημερινά έπαιζαν στο στρατόπεδο με τις πενιχρές δυνάμεις τους και τα ακόμη πιο πενιχρά μουσικά όργανά τους. Τώρα, κάποιες από αυτές τις συνθέσεις που ακούγονταν στα σκοτεινότερα χρόνια της Ιστορίας, θα παρουσιαστούν για πρώτη φορά μπροστά σε κοινό, με ιθύνοντα νου ένα Βρετανό μουσικό.
Οι ημιτελείς παρτιτούρες
Το 2015, κατά την επίσκεψή του στο Άουσβιτς, ο 31χρονος μαέστρος Λέο Γκέγερ έπεσε τυχαία πάνω σε μια συλλογή μουσικών χειρογράφων.
Στον 31χρονο είχε ανατεθεί να συνθέσει ένα σάουντρακ στη μνήμη του Μάρτιν Γκίλμπερτ, του Βρετανού ιστορικού και ειδικού του Ολοκαυτώματος που πέθανε τον Φεβρουάριο εκείνης της χρονιάς.
Young composer Leo Geyer created an opera ballet from an unsigned, unfinished sketch in the archives at Auschwitz. Strangely the handwriting was identical to his, so he felt a sense of duty to complete the work and it will be performed at Sadler’s Wellshttps://t.co/tCpFWPCvsY
— Religion Media Centre (@RelMedCentre) November 24, 2023
Ο Γκέγερ θέλησε να ταξιδέψει στην Πολωνία ώστε να αποκτήσει «την αίσθηση της σπουδαιότητας» του έργου του Γκίλμπερτ. Ενώ βρισκόταν εκεί, γνώρισε έναν από τους αρχειονόμους στο μουσείο Άουσβιτς-Μπιρκενάου, ο οποίος τον ενημέρωσε πως είχαν ανακαλύψει και διαφυλάξει απομεινάρια από παρτιτούρες, τα οποία είχαν διασκευάσει και εκτελέσει ορχήστρες ορχήστρες αιχμαλώτων στο στρατόπεδο.
«Γνώριζα πως υπήρχαν ορχήστρες στο Άουσβιτς και για εμένα, ως μουσικό, ήταν κάτι που με ενδιέφερε. Τότε ήταν που μου ανέφερε τα χειρόγραφα αυτά στο αρχείο. Παραλίγο να πέσω κάτω όταν μου το πρωτοείπε. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι κάτι τέτοιο είχε περάσει σχεδόν απαρατήρητο για σχεδόν 80 χρόνια» εξομολογείται ο Γκέγερ.
View this post on Instagram
Ένα μήνα αργότερα, ο 31χρονος επέστρεψε στην Πολωνία για να δει τις παρτιτούρες αυτές.
«Τότε κατάλαβα γιατί άργησε τόσο πολύ να ενδιαφερθεί ο κόσμος» εξήγησε ο Γκέγερ, εξηγώντας πως επρόκειτο για αρχείο που περιείχε «210 μουσικά κομμάτια σε διαφορετικά στάδια ολοκλήρωσης».
«Η μουσική είχε καταστραφεί, οπότε ό,τι απέμενε ήταν σχεδόν σαν ένα διαλυμένο παζλ» ανέφερε ο ίδιος προσθέτοντας πως έκτοτε επέστρεψε άλλες τέσσερις φορές για να εξετάσει τα ιστορικά αυτά μουσικά αρχεία.
Ο Γκέγερ, διδάκτωρ στη μουσική και τη σύνθεση στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, αποφάσισε να αποκαταστήσει και να ολοκληρώσει τα κομμάτια, με στόχο την απόδωσή τους στο κοινό. Πραγματοποίησε εκτενή έρευνα για την ιστορία της μουσικής στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και συγκεκριμένα σε αυτό του Άουσβιτς.
Όπως σημειώνει ο ίδιος στο CNN, τα περισσότερα στρατόπεδα συγκέντρωσης διέθεταν κάποιου είδους ορχήστρα που στελέχωναν αιχμάλωτοι και έπαιζαν όποια όργανα υπήρχαν διαθέσιμα.
«Υπήρχαν, σε κάποια φάση, έξι ορχήστρες στο Άουσβιτς και είχαν όλες την έγκριση των SS, και σε ορισμένες περιπτώσεις η ανάθεση δημιουργίας ορχήστρας είχε ανατεθεί από τα SS» τονίζει.
«Ως επί το πλείστον ήταν αρκετά μικρές και είχαν ένα περίεργο συνονθύλευμα οργάνων», με τα ακορντεόν και τα σαξόφωνα -που δεν αποτελούν μέρος μιας συμβατικής συμφωνικής ορχήστρας- ιδιαίτερα κοινά και όργανα όπως όμποε και φαγκότα, να απουσιάζουν.
«Επέζησα χάρη στην ορχήστρα»
«Στο γυναικείο σύνολο του Μπιρκενάου δεν υπήρχε τσελίστας για χρόνια μέχρι που κατάφεραν να βρουν μία» σημείωσε ο ίδιος.
Η τσελίστα αυτή ήταν η Ανίτα Λάσκερ-Βάλφις. Επιζήσασα του ολοκαυτώματος και κάτοικος Βρετανίας σήμερα. Ο εγγονός της, Σάιμον Βάλφις, βαρύτονος, θα συμμετάσχει στη συναυλία όπου θα παρουσιαστούν τα κομμάτια αυτά, στο Σάντλερς Γουέλς του Λονδίνου.
«Το ότι επέζησα σχεδόν ένα χρόνο στο Άουσβιτς οφείλεται αναμφίβολα στο ότι έγινα μέλος της ορχήστρας του στρατοπέδου. Καθώς οι ίδιοι οι Γερμανοί ήθελαν την ορχήστρα, θα ήταν αντιφατικό να μας σκοτώσουν» παραδέχεται η Λάσκερ-Βάλφις.
«Η αποστολή μας ήταν να παίζουμε κάθε πρωί και βράδυ στην πύλη του στρατοπέδου, έτσι ώστε οι αξιωματικοί που έμπαιναν και έβγαιναν, να βαδίζουν στο ρυθμό των εμβατηρίων μας. Έπρεπε επίσης να είμαστε ανά πάσα στιγμή διαθέσιμοι για να παίζουμε σε μεμονωμένα στελέχη των SS που έρχονταν στο στρατόπεδο και ήθελαν να ακούσουν λίγη μουσική αφού είχαν στείλει χιλιάδες ανθρώπους στο θάνατο» παραδέχεται με ανατριχιαστική ειλικρίνεια η ίδια.
Μια αχτίδα χαράς στο έρεβος
Τα αυτοσχέδια αυτά μουσικά σύνολα έπαιζαν κάποιες φορές κρυφά και για τους αιχμαλώτους, ενώ δεν ήταν λίγες οι φορές που πρωταγωνιστούσαν σε κάποιου είδους ενέργεια αντίστασης, αφού οι αιχμάλωτοι μουσικοί ενέτασσαν στα κομμάτια τους αποσπάσματα από εθνικούς ύμνους χωρών.
«Πολλοί ήταν οι άνθρωποι που ήταν εξαιρετικά ευγνώμονες για τη μουσική που άκουγαν, τους έδινε μια αίσθηση κανονικότητας σε ένα, κατά τα άλλα, αδιανόητο μέρος – μια αχτίδα φωτός στο έρεβος όπου ζούσαν» λέει ο Γκέγερ.
Πολλά από τα κομμάτια, με τα οποία ασχολήθηκε ο Βρετανός μουσικός, ήταν ελλιπή και κάποια καμμένα στις άκρες τους. Το δικό του έργο, δύσκολο, αλλά πολύτιμο, ήταν να συναρμολογήσει τα χαμένα τμήματα και να ανασυνθέσει τα ημιτελή.
«Είναι συγκλονιστικά δύσκολο να προσπαθείς να ανασυνθέσεις κάτι τέτοιο. Είναι σαν να προσπαθείς να θυμηθείς, λέξη-λέξη, ένα μυθιστόρημα. Όμως, η μουσική είναι απείρως πιο περίπλοκη» καθώς έχεις να κάνεις και με πολλά διαφορετικά μουσικά όργανα, εξηγεί ο Γκέγερ.
Τέσσερα από τα αποκατεστημένα έργα θα παρουσιαστούν στο Constella Music, ένα φεστιβάλ που ίδρυσε ο Γκέγερ και περιλαμβάνει καλλιτεχνικά όπως όπερα, χορό, κινηματογράφο, συναυλίες.
Τα έργα θα ερμηνευτούν όπως θα ερμηνεύονταν στο χρονικό πλαίσιο στο οποίο γράφτηκαν, δηλαδή με ακκορντεόν, σαξόφωνα και χωρίς ξύλινα πνευστά.
«Ακούγεται σχεδόν δυσοίωνο» σχολιάζει ο Γκέγερ και προσθέτει πως η διοργάνωση αυτής της εκδήλωσης έχει στόχο αφενός να γνωστοποιήσει το έργο των αφανών αιχμαλώτων, αφετέρου να συγκεντρωθούν χρήματα για την αποκατάσταση των υπόλοιπων ατελών ή κατεστραμμένων έργων.
Πηγή: CNN